δημόσια ανακούφιση

p.gif

Έγλειψα έναν τοίχο
ζωσμένο με νήμα από φύκια
με το σάλιο που κρατούσα για σένα
και αναρωτήθηκα φωναχτά
πόσο θα ζήσουν αυτά τα κόκκαλα μέσα στην άμμο;
Και τώρα, με άδειο στόμα
και λαχτάρα να με αρνηθείς
σέρνομαι με τη γλώσσα στις υδρορροές
ξεπληρώνοντας το χρέος μου στην αθλιότητα.
Ζω αντίστροφα τις ώρες
για να αναθεωρήσω το πάθος
και καθώς με διασχίζει ο αναστεναγμός
που έδινε ρυθμό στις κινήσεις σου στο σκοτάδι,
βλέπω πως με στενεύει η έλλειψή σου
και ψάχνω να χωρέσω στη μοναξιά.
Νοσταλγώ εκείνο τον πρόχειρο και λάγνο
θάνατο
της σάρκας
την ώρα που έστρωνα με αμνιακό υγρό
την άσφαλτο κάτω από τα πόδια σου.
Δέστε με, ανάμεσα σε δύο τόπους,
εδώ κι εκεί,
έπειτα και τώρα,
ακούστε τον πόνο μου
είναι το παλλόμενο ενέργημα υπενθύμισης της ζωής,
δείτε με δημόσια να υποτάσσομαι στην ανακούφιση
χωρίς ενδοιασμό.

απρόβλεπτο

1.gif

Βιδώνω διάφορα αντικείμενα πάνω στο τραπέζι
για να μπορώ να τα μετράω όποτε θέλω
Προσπαθώ να αντιληφθώ προς τα πού κυλάει ο χρόνος
ακινητοποιώντας με, προσωρινά
Σ αυτή τη στάση αδράνειας
κάθε δευτερόλεπτο γίνεται πυκνός, μαύρος αέρας
για να κρυφτεί από τις ακτινογραφίες
που φωτίζουν κάθε τόσο
τα σημεία του σώματός μου,
στα οποία η απώλεια του παρελθόντος
έχει συσσωρευτεί
αυξάνοντας την τριχοφυΐα
Κατά τη διάρκεια αυτής της φωταψίας
βρίσκομαι πάντα,
να κλωσάω την πέτρα που πέφτει απ την καρδιά μου
Ίσως, στην άλλη γωνία
οι άνθρωποι να αναπαλαιώνουν τα χάδια τους
ψεκάζοντας τις παλάμες τους
με σκόνη από παλιά βινύλια
Ίσως, στην άλλη γωνία
ο χρόνος να πειθαρχεί στα βίτσια
Ίσως, στην άλλη γωνία
η υπερβολή να έχει ενσωματωθεί στις παραπομπές
για τις γεμάτες άσπρο, διαβρωτικό
σπέρμα ιεροεξεταστών κλεψύδρες
που μετρούσαν το χρόνο σε ευθείες
Εδώ όμως,
στις φθαρμένες μου ωοθήκες,
αναρριχώνται βερίκοκα
τυλιγμένα σε δέρμα αλόγων εβδομήντα ενός ετών
παρενοχλώντας την αναπαραγωγική  τους διάθεση
Βγάζουν ερωτικές κραυγές
παραμορφώνοντας τον αντικατοπτρισμό του μέλλοντος
κι έτσι κάπως ανάλαφρα
αποθηκεύω τελικά

το απρόβλεπτο

ασκήσεις καθημερινής μαγείας

da

Στο σπίτι μιας γηραιάς κυρίας
εν μέσω ψειριάρικων κατσικών
που ψάχνουν για παλιά φαντάσματα
στις κουφάλες των τοίχων.
Στριμώχνουν βρύα και σκουριά
μέσα στις φωτογραφίες των εγγονών της.
Τα μάτια τους θολώνουν
απ΄ τις αναθυμιάσεις του χάρου
που αγκαλιάζονται στην εξώπορτα
με ψυχρές αντίκες.
Ο μονόδρομος του φυτιλιού
δημιουργεί τη σκιά των χεριών της.
Χαϊδεύει το σώμα της
τυλίγεται με δαντέλες, ρόδινες
για να ξεγελάει τις μύγες
που μπαίνουν απ΄τα κουφώματα
και χαριεντίζονται στα μπούτια της
γλείφοντας το αλμυρό της λείψανο.
Αφήνει το δέρμα της να γλιστρήσει στο κορμί της
δημιουργώντας μια κολλώδη ασημένια στρώση
έναν ελκυστικό κήπο
για τα νεογνά των αραχνών.
Η σελήνη ξετυλίγεται και εκείνης η πράσινη γλώσσα
σχηματίζει στον τοίχο την αγαπημένη της.
Μουδιασμένη, σαν κόκκος βυσσινί ρυζιού
ζαρώνει στα απομεινάρια μιας φωλιάς χελιδονιών
περιμένοντας την άνοιξη
ή ένα αποπροσανατολισμένο τριζόνι.
Ένα φασκιωμένο κοχύλι
μια αφαιμαγμένη, σιωπηλή μήτρα
έτοιμη να φιλοξενήσει τις εκκρίσεις των νέων εραστών
στα φουντωτά βλέφαρά της,
χωρίς δεσμούς
πριν νανουριστούν
στο σύθαμπο του έρωτα

καρτ-ποστάλ

ha

Οι πιο όμορφες αποχρώσεις των καρτ-ποστάλ

με τοπία των παιδικών μου χρόνων

διαλύονται μέσα στην πραγματικότητα

και σε μια αιμομικτική συνεύρεση

με τα μεσημεριανά μου όνειρα

συγκροτούν μια υπερβατική αιωνιότητα

Αναρωτιέμαι αν έφυγα ποτέ από κεί

(Από πού;)

Βγάζω ένα γράμμα

από κάθε λέξη που με ταλαιπωρεί

κι έτσι συντάσσω μικρές προτάσεις

πάνω στα ποτάμια

τροφοδοτώντας την ανομοιομορφία του έρωτα

Διαμελίζω λόγια γεωμετρημένα

στη γονιμότητα της επανάληψης

και ψάχνω το χρώμα της σιωπής

όταν μετατοπίζεται η μέρα

Κουβαλάω τα κόκαλά σου

με τη γλώσσα μου

και βάζοντας το θάνατο στην υπηρεσία της ηδονής

αμφισβητώ το σώμα σου

πτήσεις

1

Ανάμεσα στα τριχωτά μπούτια

της ερωμένης της

εκεί,

ασάλευτη,

μαρμαρωμένη

διαταράσσει τις εξουσίες

Έρωτα δεν είδε

Μόνο η ερωτική επιθυμία

διευρύνει τις εφαπτομένες των σωμάτων

Ο έρωτας φτερουγίζει πάνω απ’ τις εξεγέρσεις

Απλώνεται στα ανέμελα φιλιά,

κλαίγοντας

και τα λιπαίνει

Περιίπταται και φωταγωγεί

με ομίχλη

το αίμα που κρυώνει

τις σάρκες που πεινάνε

Έρωτα δεν είδε

 

βαθύ κυανούν στρας

leg

Βρίσκομαι περιτριγυρισμένη

από μικρά ελλιπή τμήματα της εαυτής μου

Τα αγγίζω ελαφρά

προσπαθώντας να εισχωρήσω στις δομές τους

να νιώσω τη ροή τους

Τα ακουμπώ στο στήθος μου

προσπαθώντας να αντιληφθώ το υλικό τους

Τα μυρίζω για να εισπνεύσω τις επιθυμίες τους

προσπαθώντας να κατασπαράξω

τις βεβαιότητες που τα έπλασαν

Προβάρω αυτοσχέδιες χειρονομίες

αυτοκαταστροφής

στο μεσοδιάστημα ανάμεσα σε υποχωρήσεις

εκλύοντας μολυσμένες, συμπαγείς

υποσχέσεις δέσμευσης

Απαλλάσσω τα ακροδάχτυλά μου

απ’ τη βάσανο της αφής

κι εκείνα εκτινάσσονται

σκορπίζονται

πάνω σε γυμνά κορμιά

στους διαδρόμους γυναικείων φυλακών

που αιωρούνται στο ρυθμό των καρδιακών παλμών

ημιθανών γαλαζόφτερων αφρικανικών αηδονιών

πολτοποιώντας τον υλισμό της φαντασίας

Στήνουν αλλόκοτα οδοφράγματα

στις ρωγμές που δημιούργησαν

τακούνια χορευτριών φλαμένγκο

για να απαγάγουν το κίτρινο

απ’ όλα τα έργα τέχνης

καταργώντας τη σύμβαση των οπτικών νεύρων

για το συνδυασμό του πράσινου με το κόκκινο

Διεκδικώντας τον εκχυδαϊσμό των ευθυτενών σκιών τους

βυθίζονται σε βαθύ κυανούν στρας

και αφήνονται στην παρέκκλιση της μεταμόρφωσης

Δε δείχνουν πια, τίποτα

Συλλέγουν μόνο τον ιδρώτα των εραστριών

γεφυρώνοντας με αυτήν την υγρασία

τονισμένα επιφωνήματα απαγορευμένων πόθων

για να γλιστράει στην παρόρμηση ο φόβος

 

με το χρόνο

bond

Τα πόδια μας, όρθια
κοίταζαν τον ξεκοιλιασμένο ουρανό
κι απ’ τις δακρυσμένες μας ωπές
διέφευγαν τα καστανέρυθρα κορμιά μας
μπλεγμένα σε ανευλαβείς στάσεις
ξαπόσταιναν έξω απ’ τις εαυτές μας
Αγκαλιαστήκαμε πρώτη φορά
μιμούμενες μια τελετουργική αναπαράσταση σ’ ένα νεολιθικό αγγείο
και δεύτερη,
προσπαθώντας να κατανοήσουμε την έννοια της αηδίας
παπαγαλίζοντας ψυχολογικές θεωρίες  για τον έρωτα
μιμούμενες ένα όργιο στρουθοκαμήλων
που πετούσαν πάνω από διασκορπισμένα οστά εραστών
Στην πόλη,
οι χτύποι της καμπάνας
υπαγόρευαν ακόμη το χρόνο
-καταδείκνυαν τις αμαρτωλές
Στους εφτά- εργάτριες
Στους δέκα- ερωτευμένες
Βρεθήκαμε να κατεβαίνουμε
με τις ευλογίες σας
τη δεύτερη σκάλα της αιώνιας αποκοπής
συλλέγοντας άμμο
για τις δικές μας κλεψύδρες
ανακαινίζοντας στην εξορία μας
το φερόμενο της λέξης
χρόνος
Εισπνέοντας ραδόνιο
απ’ τους βράχους των κολάσεων
και αλείφοντας με φυτικά λίπη
τα πιο δύσπεπτα όργανά μας
αφεθήκαμε στα περιπλανώμενα στιβαρά μαύρα ράμφη
πτηνών του παλαιού κόσμου
Διαμέσου, αυτής της βαθιάς ησυχίας
αφουγκραστήκαμε τους χίλιους ψιθύρους
να ασφυκτιούν ανάμεσα στα στήθη σου
αποτεφρώνοντας κάθε σπιθαμή της ποιμενικής σου γης
Επιδοθήκαμε ως μηρυκαστικά
σε μια εμμονική κατάποση τεράστιας ποσότητας μητρικών ενστίκτων
που επανερχόταν στο στόμα μας
ως φιλιά, πρόστυχα
που σάλιαζαν στα ξεραμένα μας χείλη
Στραγγίζαμε τον ιδρώτα μας
στο τρίχωμα πορσελάνινων αρκούδων
και πίναμε το τσάι που έρεε απ’ τις ουλές μας
επινοώντας την αδιάπαυστη απόλαυση
κάτω από μια φύτρα κυπαρισσιού

 

 

θέρος

tumblr_npalclNjc51qkdrkzo1_r1_1280
Στο σύνορο του θέρους
ουδέν πάθος αναγνωρίζεται
Απαστράπτουσες στάχτες,
νόθες θυγατέρες λυσιμελών ερώτων
καθιζάνουν σε ατελείς περιγραφές του παρόντος
και λυρικοί ποιητές
με παλλόμενες απ’ την υγρασία γλώσσες
αφήνουν το αψύ σάλιο τους
πάνω σε γυάλινα στητά στήθη
-που δεν ανασαίνουν-
διακοσμώντας τα με πλήρη αμηχανία
Η κάθοδος στον πολιτισμό
κρύβει μόνο κουφάρια
και ανεξολόθρευτα μαρτύρια
που κολυμπούν ανάμεσα στο μπλε και το πράσινο
ψάχνοντας για το σωστό τόπο και το σωστό χρόνο
-γιατί υπάρχει ένας σωστός χρόνος για κάθε τόπο-
να φτύσουν την άμμο της εξορίας τους
συγχρονισμένα,
με ξεκοιλιασμένα γυμνά ψάρια
Πέρα απ’ την απόγνωση,
εκεί που τα δάκρυα μπερδεύονται με τα κύματα
στο επιχρυσωμένο άκρο του φοίνικα
ακμάζουν οι κραυγές αλμυρών πτωμάτων
να δέονται στους βράχους
που σπαράσσονται οι εποχές
και να χτίζουν μόνες τους το τέλος,
αφού τέλος δεν υπάρχει

βαλπούργκα

il
Το σκαρφάλωμα στην οροσειρά Χάρτζ
οφείλεται στο Φάουστ
Προτίμησα, όπως κι εκείνος,
να περπατήσω αντί να πετάξω
Νιώθω στην κοιλιά μου
τα μαδημένα απ’ το χειμώνα
φύλλα των αμυγδαλιών
να υποδέχονται την άνοιξη
αυξάνοντας το σφυγμό μου
Στις δώδεκα και είκοσι
το βουνό έρχεται ξανά στη ζωή
Διακόσια επτά χρόνια μετά
αναβλύζει νέο αίμα
Απ’ την κορυφή ενός βράχου
βλέπω τη Λίλιθ
να τυλίγει στα μαλλιά της τον Αδάμ
ρουφώντας του το δηλητήριο
πριν η μέδουσα
πετρώσει την έκσταση στο βλέμμα του
Οι μάγισσες ραγίζουν τον πυθμένα της στρατόσφαιρας
χαράζοντας τον ουράνιο θόλο
με παγοκρυστάλλους του 1718
απ’ τα δάκρυα της τελευταίας δαιμόνισσας του Μπορντώ
Ο καπνός απ’ τις εστίες της φωτιάς
μυρίζει μοσχοκάρυδο
σπρώχνοντας τα βήματά μου
να τραυλίσουν τον ξέφρενο χορό των γυναικών
Διένυσα έντεκα ξέφωτα νεράιδων
και τότε αντιλήφθηκα
πώς γεννήθηκε το μπλουζ
Κάθε τέτοια νύχτα
αιώνες τώρα
ξωτικά εξυφαίνουν τα σώματά τους
από μαγικά φίλτρα
και σκισμένες ομολογίες
Κάθε τέτοια νύχτα αιθριάζουν τη σκληρότητα του απρίλη

εγώ

mol
Ένα ανέστιο,
κατακερματισμένο σώμα
παρατηρεί στον καθρέφτη
ανθρώπους που μιλούν
που τρώνε
που μυρίζουν
που σκέφτονται
που γδύνονται
που τρίζουν
που χάνονται
που κλέβουν
που χορεύουν
που αγκαλιάζονται
που εισπνέουν
που χαϊδεύονται
που γελάνε
μονάχοι
Τη δέκατη ένατη νύχτα
τυλίγεται με χιλιάδες αντικατοπτρισμούς
υψώνεται σ΄ ένα ζευγάρι ροζ κοθόρνους
και φυγαδεύει ένα-ένα τα μέλη του
μέσα στο λυτό σκοτάδι
Περπατάει δίπλα σε γυμνούς νέους
προσπαθώντας να βγει απ΄την απελπισία της φαντασίας του
Μα οι σπίθες που βγαίνουν απ΄τα μάτια τους
δεν αρκούν για να το φωτίσουν
και χωρίς το φως δεν έχει μορφή
χωρίς το φως
δε μπορεί να εντοπίσει το εγώ του